σαγίον

τὸ, ΜΑ [σάγος]
μσν.
(στο Βυζάντιο) επενδύτης ή κάλυμμα
αρχ.
υποκορ. τού σάγος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαγίον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγία — σαγίον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγίοις — σαγίον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγίου — σαγίον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγίων — σαγίον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • саян — I саян II шутливое прозвище курян , название монастырских (в прошлом) крестьян в бывш. Курск., Льговск., Фатежск. уу. (Абрамов, ЖСт., 15, 3, стр. 203 и сл., с литер.). Вероß ятно, первонач. по их одежде – саяну (см. саян I), который они носят с… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • σάγισμα — το, ΝΜ, και σάισμα Ν κομμάτι από σαγιάκι που επιστρώνεται στη ράχη τών υποζυγίων ή χρησιμοποιείται ως κλινοσκέπασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαγίον < σάγος «χοντρός μανδύας»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.